Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Οι νέοι φεύγουν. Τους ακούει κανείς;

....του Νίκου Καμπούρη

    Πολλοί, τον τελευταίο καιρό, όταν συζητάμε για την επικαιρότητα, ασχολούμαστε με το ζήτημα των νέων περικοπών που πρόκειται να εφαρμοστούν κατ’ απαίτηση των δανειστών μας. Άλλος εντονότερα και άλλος ηπιότερα καυτηριάζουμε το γεγονός πως Ανάπτυξη με νέες περικοπές και απομάκρυνση ζεστού χρήματος από τις τσέπες των πολιτών και την αγορά προς τα Δημόσια Ταμεία, δεν μπορεί να επέλθει, όταν είναι γνωστό τοις πάσι πως οι Δημόσιες Επενδύσεις έχουν ουσιαστικά παψει να υφίστανται και τα Έργα με Ευρωπαϊκή –κατά βάση- χρηματοδότηση (ΕΣΠΑ κ.α.) καρκινοβατούν.


Λίγοι όμως είναι αυτοί που πίσω από αυτή την ζοφερή πραγματικότητα παρατηρούν ένα ακόμα πιο ανησυχητικό γεγονός που συμβαίνει με μεγάλη μάλιστα ένταση τον τελευταίο καιρό: Τη νέα Μετανάστευση.

Βαρύγδουπος όρος, ίσως πια ξεπερασμένος, σε μια Ευρώπη δίχως σύνορα αλλά δεν παύει να είναι πραγματικότητα. Τον πρώτο καιρό που η Κρίση μπήκε για τα καλά στη ζωή μας, στις συζητήσεις όλο και κάποιος θα ανέφερε το κοινότοπο ‘Στη Γερμανία και την Αυστραλία θα βρεθούμε, να πλένουμε πιάτα’. Λίγοι όμως τον έπαιρναν στα σοβαρά. Τους τελευταίους μήνες όμως, που η Ανεργία έχει εκτιναχθεί σε δυσθεώρητα ύψη για τη νέα γενιά, αυτό το σκηνικό, βγαλμένο από γλυκανάλατες ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του ’60, αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά.
Σκέφτείτε και μόνοι σας. Πόσες φορές έχετε ακούσει έστω και μία περίπτωση κάποιου γνωστού ή έστω κάποιου φίλου ενός γνωστού που έχει φύγει στην Αγγλία ή στη Γερμανία; Υποθέτω (μην πω πως είμαι σίγουρος) πολλές.
Οι νέοι, οι συνομήλικοι μας, αυτοί που δεν σπούδασαν ή που τελείωσαν τις σπουδές τους βρίσκονται στο κρισιμότερο σταυροδρόμι της ζωής τους.
Τι κάνουν τώρα; Που πάνε; Πώς επιβιώνουν σε μια χώρα που δουλειά δεν πρόκειται να βρουν; Κι αν είναι από τους τυχερούς που θα βρουν, θα δουλεύουν με 450€ το μήνα, ενώ αν είναι από τους ‘προνομιούχους’ του Δημόσιου τομέα, με 600€.
Αυτή η μίζερη, γκρίζα και δυσοίωνη προοπτική δεν μπορεί να αφήσει κανέναν άπραγο. Ποια η λύση λοιπόν; Έξω.’ Έξω όσο είναι καιρός’, λένε πολλοί.
‘Έξω, μήπως κι αποκτήσεις δουλειά με αντίκρισμα, ζωή με αξιοπρέπεια. Μήπως κι αποκτήσεις ελπίδα.

Αυτή η κατάσταση είναι η πιο δραματική έκφραση αυτού που αποκάλεσαν κάποιοι ‘κρίση χρέους στην Ευρωζώνη’. Η πιο δραματική, γιατί έχουμε να κάνουμε με ανθρώπινες ζωές. Με τις ζωές αυτών που πρόκειται να πάρουν τη σκυτάλη από τους προηγούμενους για να φέρουν σε πέρας τον αγώνα της επιβίωσης και της ανόρθωσης του έθνους. Όταν αυτή η γενιά εγκαταλείπει όνειρα κι ελπίδες και παίρνει τον δρόμο της εξόδου, ποιος θα παραλάβει τη σκυτάλη από τους προηγούμενους; Ποιος θα τρέξει τον αγώνα της αναγέννησης; Σε ποιανού τις πλάτες θα χτιστεί η νέα Ελλάδα, μακριά από χρέη, ατιμωτικά Μνημόνια και φαύλες νοοτροπίες;
Μια χώρα, κύριοι, μπορεί να αντέξει τα λουκέτα. Μπορεί να αντέξει τις περικοπές. Μπορεί να αντέξει την ύφεση για κάποια χρόνια. Δεν μπορεί να αντέξει όμως την πληθυσμιακή συρίκνωση, ιδίως από το τμήμα εκείνο του πληθυσμού, που νομοτελιακά θα είναι αυτό που θα επιφορτιστεί με το χρέος του να βγάλει τη χώρα από την κινούμενη άμμο της καταστροφής και να την φέρει στον δρόμο της δημιουργίας.

Τα λουκέτα ξεκλειδώνονται. Οι περικοπές αποκαθίστανται. Η ύφεση αντιστρέφεται. Οι νέοι που στήνουν τις ζωές τους μακριά από την εστία της πατρίδας όμως, δεν ξαναγυρνούν. Και μια πατρίδα δίχως νέους, έναν δρόμο έχει μπροστά της: Αυτόν της σήψης και της παρακμής....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου