Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

ακόμη γυρίζω (α’ μέρος)


     Αρχές Αυγούστου στη Σύρο. Ημέρα της Σαρδέλας. Σε παραλία με ξαπλώστρες και ομπρέλες (όχι πολλές, αλλά πάντως είχε), σε παραλία τουριστική, σε παραλία χωρίς κάποιο ιδιαίτερο χρώμα. Βλέπεις να στήνουν και να δοκιμάζουν τη μικροφωνική (τίγκα ήχος με mainstream επιλογές από ξένο και ελληνικό ρεπερτόριο) την ώρα που σε χτυπάει κατακέφαλα ο ήλιος. Βλέπεις να στήνονται οι σχάρες δίπλα στην άμμο για τις σαρδέλες. Όσο περνάει η ώρα καταφτάνουν ντόπιες οικογένειες, με καρεκλάκια και κάποια τραπεζάκια, με έξτρα τάπερ και τραπεζομάντηλα παραλίας.
Σκέφτεσαι, κοιτάς και γκρινιάζεις. Γνωστές κατηγορίες για το βιασμό του τοπίου, το καρακιτσαριό και λοιπά. Τα παίρνεις φέρνοντας στη μνήμη ανάλογα πανηγύρια στο χωριό σου, που δεν είναι πανηγύρια αλλά όργια αναπαραγωγής των χειρότερων αθηναϊκών – τηλεοπτικών στερεοτύπων, στα οποία δεν παίζονται δημοτικά αλλά Θώδη, παρατράγουδα και Βαζαίος/Γιαννούλης, ενώ για χασαποσέρβικα προτιμούν κάτι εκδοχές της Βανδή ηχογραφημένες σε κάποιο ταλαίπωρο λάιβ. Λογικό απ’ τη μια να προτιμούν την εκδοχή της Βανδή απ’ αυτή του Τσιτσάνη. Το μπουζούκι του Τσιτσάνη όσο κι αν προσπαθήσει δεν μπορεί να τρέξει με το ρυθμό ενός ηλεκτρονικού μπιτ και εδώ και χρόνια οι διασκευές παλιών τραγουδιών τρέχουν. Με ρυθμούς πρωινού στην Αθήνα, στο μετρό, στις ουρές κάποιας τράπεζας. Τα τραγούδια αγχώνονται μήπως δεν τα προσέξεις, μήπως δεν εκστασιαστείς αρκετά και τρέχουν. Το «έλα να νιώσεις πώς είναι η ζωή» είναι πια κατοστάρι. Δεν είναι χάδια οι νότες, δεν είναι γλυκιά και μελωμένη η φωνή που τραγουδάει. Όχι, πρόκειται για υστερία, ταχύρυθμο μάθημα ξεχαρβαλώματος και αποκοπής απ’ τις πιο γλυκές και πιο πικρές πραγματικότητες.

Τα δώρα της λαχειοφόρου αγοράς, όχι στη μέρα της σαρδέλας, αλλά λίγο μετά το 15αύγουστο σε χωριό της Αρκαδίας.


Αρκετά μετά, στην μέση του γλεντιού, παρατηρώ δύο κορίτσια με την καλοκαιρινή αμφίεση, τα άσπρα φανελάκια κι ακόμη από κάτω τα μαγιό, να σηκώνονται απότομα και να τρέχουν προς την αυτοσχέδια αμμουδερή πίστα. Ένας Ικαριώτικος απ’ την ορχήστρα. Τις κοίταζα, μία αυτές μία τα καλούδια που μοιράζονταν δωρεάν και είχαν καταλήξει νυχτιάτικα πάνω σε μία στρωμένη πετσέτα, σχεδόν σαν κυριακάτικο τραπέζι. Ούζο, σαρδέλες, αγγουροντομάτα. Ύστερα από λίγο, ένα ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας, από μια γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας μπροστά στην ψάθα της παρέας και δύο φίλες της να χτυπάνε παλαμάκια. Όλα αυτά με φόντο τη θάλασσα και μια μάλλον επίτηδες ασυνάρτητη ορχήστρα.

Είπα στον φίλο RS, μερικές φορές μου μοιάζει να υπάρχουν δύο ειδών κιτς. Το ένα είναι αυτό του τζιπ στα στενά του κέντρου και στα ορεινά χωριά της Αρκαδίας, του Ρέμου και του νίτρο. Αυτό δεν μας ενδιαφέρει καθόλου. Υπάρχει όμως και το κιτς αυτό, αυτό που βλέπαμε δηλαδή μπροστά μας. Φτωχοί, ημί φτωχοι, καταχρεωμένοι και μικροαστοί κουβαλάνε κακογουστιά και κιλά χωριατιάς σ’ ένα πανηγύρι, εκεί που δεν θα ‘πρεπε να γίνεται. Ελάχιστη επαφή με το τοπίο, την εποχή ή την αίσθηση του τί ( θα μπορούσε να ) σημαίνει δημοτικό ή ρεμπέτικο τραγούδι.

Κι όμως, ώρες ώρες, μέσα σ’ αυτό το κιτς, μου φαίνεται πως βλέπω υπέροχα αυθεντικά τρεξίματα προς έναν Ικαριώτικο ή ένα κακοπαιγμένο ζεϊμπέκικο που όμως μπορεί να σηκώσει στους ώμους μιας γυναίκας όλο το βάρος της χρονιάς. Υπάρχει εδώ κάτι ζωντανό ακόμη, υπάρχει κάτι που μιλάει με κάτι εσωτερικό και χαμένο. Υπάρχει κάτι που την κρίσιμη στιγμή θα φανερώσει στους ανθρώπους αυτούς το σκάνδαλο του να ονομάζεται μια επιχείρηση «Ξένιος Ζευς».

Πιθανώς έκανα λάθος, παρασυρμένος απ’ το ούζο ή την παρέα.


Βρέθηκα στη Νάξο για ένα δεκάωρο, περιμένοντας το πλοίο. Έμοιαζε σαν ένα σοκ εκατομμυρίων βολτ το οποίο θα διέλυε όλες τις ψευδαισθήσεις που έχτιζα με επιμονή επί μέρες στην Ηρακλειά. Το λιμάνι ήταν μια ατέλειωτη σειρά από βάφλ χάουζ και φρόζεν γιόγκουρτ και κόσμος στις 4 το μεσημέρι που γέμιζε τις πολύχρωμες καρέκλες τους. Παράταιρη, ανάρμοστη και άθλια εικόνα μιας προόδου που θα φάμε στη μάπα τα επόμενα χρόνια και μάλιστα στο πολλαπλάσιο. Ύστερα, το στιλ και οι κουβέντες του κόσμου. Αυτά που έλεγαν οι διπλανές παρέες στην παραλία. Φέτος, ήταν η πρώτη φορά που σε διακοπές άκουσα τόσες φορές τόσα σχόλια υπέρ των φασιστών ή των μαχαιρωμάτων.

Κάνοντας μια τελευταία βουτιά στον Άγιο Προκόπη και ακούγοντας τη συζήτηση μάνας και κόρης που κολυμπούσαν πλάι μου, σκέφτηκα με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι έχουμε χάσει, και μάλιστα το αποτέλεσμα είναι οριστικό, δεν σηκώνει ανατροπή. Αυτός ο κόσμος, όλος αυτός ο κόσμος που συνωστίζεται στα υπερμοντέρνα παγωτατζίδικα και στα τραγικά μπιτσόμπαρα, όχι απλώς δεν φλερτάρει με την ιδέα μιας κάποια αντίστασης, αλλά ερωτοτροπεί ευθέως με την πιο βαθιά αντίδραση. Ξαφνικά δεν έβλεπα τύπους με μαγιό και ψάθες, παρά ανθρώπους που χειροκροτούν μπροστά στα πτώματα και που ο μόνος λόγος που φώναξαν ή ασχολήθηκαν ποτέ με το τί συμβαίνει είναι ένα ποσοστό επί της εκατό του μισθού τους και μια ενδεχόμενη αύξηση στα τέλη κυκλοφορίας. Έγινα άδικος, πολύ άδικος και πολύ στριφνός. Θυμήθηκα ότι στο βιβλίο του Οικονόμου, επαναλαμβανόταν σχετικά συχνά η φράση «για λίγα λεφτά». Κι εκεί, μέσα στα φοβερά πράσινα νερά, πείστηκα μόνος μου από τον εαυτό μου ότι οι λόγοι της αντίδρασης, οι λόγοι που θα εξεγείρονταν αν εξεγείρονταν ποτέ, είναι οι ίδιοι λόγοι που το λιμάνι της Νάξου και ο Άγιος Προκόπης κατέληξαν να είναι τέτοια μέρη που είναι.

Στράγγιξα, μουρμουρίζοντας περίπου ένα εκατομμύριο φορές «για λίγα λεφτά».


http://tovytio.wordpress.com/2012/09/06/epistrofes_katastrofes/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου